Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Ούτε ΑΟΖ, ούτε εξορύξεις - Ευημερία και ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο.

 




Ένα από τα κυριότερα θέματα των ΜΜΕ τον τελευταίο χρόνο – πέραν της προπαγάνδας υπέρ της κυβερνητικής διαχείρισης της πανδημίας – είναι ο διαρκώς εντεινόμενος ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός στην Αν. Μεσόγειο με επίκεντρο τις εξορύξεις υδρογονανθράκων. Κι ενώ η «τουρκική προκλητικότητα» και η ορολογία των περί αυτής αφηγήσεων (NAVTEX, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα) έχουν γίνει καθημερινότητα στο δημόσιο λόγο που παράγεται στα ΜΜΕ, ο πραγματικός δημόσιος διάλογος γύρω από αυτά τα ζητήματα ολοένα και μειώνεται. Η κοινή γνώμη βομβαρδίζεται καθημερινά για τα «κυριαρχικά δικαιώματα» που βάλλονται, με σκοπό τη δημιουργία κλίματος εθνικής ενότητας απέναντι στον «κοινό εχθρό» και ιδεολογικής νομιμοποίησης των αντίστοιχων πολιτικών. Σε αυτό το πλαίσιο, τα «κυριαρχικά δικαιώματα» απαιτούν και νομιμοποιούν τη διαρκή αύξηση των δαπανών για στρατιωτικούς εξοπλισμούς, την ίδια στιγμή που η δημόσια υγεία καταρρέει εντός και εκτός πανδημίας.


Ο παρών ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός για τον ορισμό των θαλασσίων ζωνών στην Ν.Α. τα τελευταία χρόνια έχει ως κομβικό του σημείο την έρευνα, εξόρυξη και εκμετάλλευση πιθανολογούμενων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Η αφετηρία του βρίσκεται στην πετρελαϊκή κρίση του 1973 και στις πρώτες προσπάθειες να οριοθετηθούν θαλάσσιες ζώνες με στόχο μια μελλοντική οικοπεδοποίηση του θαλάσσιου χώρου. Το μοναδικό υπό εκμετάλλευση κοίτασμα στον ελλαδικό χώρο, στον Πρίνο είναι προϊόν των ερευνών εκείνης της περιόδου. Η αναθέρμανση και παρούσα φάση του ανταγωνισμού σχετίζεται άμεσα με τις διεθνείς εξελίξεις στην παραγωγή-διαχείριση ενέργειας και τον κομβικό ρόλο που αυτή κατέχει στην παγκόσμια λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

 

Αυτός ο κομβικός ρόλος σημαίνει πως τα κεφάλαια και κράτη τα οποία ελέγχουν τις πηγές ενέργειας και τις ενεργειακές διόδους, αποκτούν αυξημένο γεωπολιτικό ρόλο στο διεθνή ανταγωνισμό. Γι’ αυτό και ο ανταγωνισμός στη ΝΑ Μεσόγειο εμπλέκει περιφερειακές δυνάμεις και μεγάλες δυνάμεις, πολυεθνικούς κολοσσούς και εγχώριες εταιρείες στη βάση των δικών τους συμφερόντων. Η σημασία της άσκησης ελέγχου πάνω στην ενέργεια θα αυξάνεται κατ’ αναλογία με τη διαρκή αύξηση της ζήτησης ενέργειας παγκοσμίως από τη διεθνοποιημένη αλυσίδα παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών. Από το 1990 ως 2017 η ζήτηση ενέργειας αυξήθηκε κατά 40% με αντίστοιχη πορεία να αναμένεται τις επόμενες δεκαετίες όπου η παραγωγή υ/α κατέχει πάνω από 50% της παγκόσμιας ζήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υπεράκτιες εγκαταστάσεις άντλησης υ/α από 389 το 2010, σήμερα ξεπερνούν τις 500. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι το σύνολο των περιοχών παραχώρησης και διεκδίκησης θαλασσίων ζωνών στις οποίες αναφερόμαστε, μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, αφορούν σε υποθετικά αποθέματα των οποίων η έρευνα και μόνο απαιτεί κατ’ ελάχιστο 10 έτη. Επομένως κρυμμένοι θησαυροί, αμύθητα έσοδα κ.α. αποτελούν ευσεβείς πόθους απροκάλυπτης προπαγάνδας. Τα συνολικά εικαζόμενα αποθέματα στη ΝΑ Μεσόγειο αποτελούν ~5% των συνολικών παγκόσμιων αποθεμάτων σήμερα. Το 2011, το κοίτασμα Leviathan βρέθηκε σε θαλάσσιες ζώνες του Ισραήλ. Τότε, ήταν το μεγαλύτερο κοίτασμα στη ΝΑ Μεσόγειο και ξεκίνησε παραγωγή το 2019. Το Leviathan αποτέλεσε την αρχή της ερευνητικής φρενίτιδας στην περιοχή με συνέχεια το κοίτασμα Αφροδίτη (Κύπρος) και το Zohr (Αίγυπτος) το 2015, το οποίο έχει τα διπλάσια αποθέματα από το Leviathan. Η θέση και οι ποσότητες των κοιτασμάτων και ο έλεγχος τους υποδεικνύει και τις αντίστοιχες εγκαταστάσεις αγωγών. Ο σχεδιαζόμενος EastMed απαιτεί και τα αντίστοιχα υπό εκμετάλλευση κοιτάσματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εκμετάλλευση υ/α στη ΝΑ Μεσόγειο πήρε διαστάσεις νέου «ελντοράντο» με συχνά υπερφίαλες δηλώσεις από όλα τα κράτη και εταιρείες και φυσικά ολοένα και πιο επικίνδυνες διαμάχες. Χωρίς να γνωστοποιείται στην κοινή γνώμη, αυτό που ομολογείται ανοιχτά σε όλες τις μελέτες και τους σχεδιασμούς, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν ώριμες τεχνολογίες για άντληση και αγωγούς μεταφοράς σε τόσο μεγάλα βάθη. Εντός του υπάρχοντος συστήματος, ο έλεγχος αυτών των αποθεμάτων θα αποτελέσει κύριο ζήτημα των κυβερνητικών πολιτικών των κρατών της περιοχής και πηγή διαρκούς ανταγωνισμού.


Έλεγχος αποθεμάτων σημαίνει έλεγχος-ανακήρυξη θαλάσσιων ζωνών (υφαλοκρηπίδας, ΑΟΖ) στις οποίες βρίσκονται αυτά τα αποθέματα. Χωρίς την κατοχύρωση αυτή κανένα κράτος δεν μπορεί να διαπραγματευτεί με καμία εγχώρια ή πολυεθνική εταιρεία και αντίστροφα καμία εταιρεία δεν μπορεί να διεκδικήσει τις αντίστοιχες παραχωρήσεις αν οι θαλάσσιες περιοχές δεν έχουν κατοχυρωθεί από φιλικό ή τουλάχιστον ουδέτερο κράτος. Στη γειτονιά μας, η εισχώρηση του τουρκικού κεφαλαίου στα θαλάσσια αποθέματα της Λιβύης ήταν αποτέλεσμα της στρατιωτικής εμπλοκής του τουρκικού κράτους στους εσωτερικούς ανταγωνισμούς, ενώ η αμερικάνικη Chevron δεν θα βρισκόταν στη θέση να κατέχει σχεδόν το 40% της κοινοπραξίας του κοιτάσματος Leviathan εάν δεν είχαν οι ΗΠΑ αντίστοιχη επιρροή στο Ισραήλ. Μικροί και μεγάλοι ανταγωνισμοί είναι φυσικό να ανακύπτουν και να μην μπορούν να επιλυθούν πραγματικά καθώς ο «χαμένος» κάθε παρτίδας προσπαθεί να ανακτήσει τη θέση του στον «επόμενο γύρο» μέσω καλύτερων συμμαχιών και αυξημένους στρατιωτικούς εξοπλισμούς.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και οι κινήσεις του ελληνικού και τουρκικού κράτους στη ΝΑ Μεσόγειο. Πρόσφατα, μεγάλη αναστάτωση προκάλεσε στα εγχώρια ΜΜΕ το γεγονός ότι στις 29 Νοεμβρίου ολοκληρώνονται οι έρευνες του Ορούτς Ρέις (Oruc Reis) σε περιοχή νότια και νοτιοανατολικά από το Καστελόριζο. Για άλλη μια φορά τα ΜΜΕ ξεκίνησαν τη ρητορική για τα κυριαρχικά δικαιώματα προκαλώντας σκόπιμα σύγχυση για τα κρατικά δικαιώματα που απορρέουν από τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα και της ΑΟΖ με στόχο την δημιουργία της εντύπωσης πως «βρισκόμαστε σε θέση άμυνας» απέναντι σε μια «άδικη επίθεση». Μάλιστα, οι αρχικές ανακοινώσεις του ΥΠΕΞ αναφέρθηκαν σε παραβίαση της «ελληνικής ΑΟΖ» παρά το ότι δεν έχει κηρυχτεί ΑΟΖ από το ελληνικό κράτος. Οπότε ας σταθούμε στο ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ – συγγενικές αλλά και διαφορετικές έννοιες. Το ελληνικό κράτος έχει υπογράψει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea – UNCLOS) του 1982 – σύμβαση την οποία δεν έχει υπογράψει η Τουρκία, η Συρία και το Ισραήλ στην περιοχή μας ενώ οι ΗΠΑ δεν την έχουν επικυρώσει παρά την αρχική υπογραφή τους το 1994. Το ελληνικό κράτος όταν επικαλείται το «διεθνές δίκαιο» αναφέρεται στην UNCLOS και σε άλλες διμερείς συμβάσεις, όπως άλλωστε και η Τουρκία. Να σημειώσουμε ότι η UNCLOS αποτελεί και εθιμικό δίκαιο στο οποίο σε κάθε περίπτωση στηρίζονται τα Διεθνή Δικαστήρια όπως η Χάγη, ανεξαρτήτως αν τα κράτη που προσφεύγουν την έχουν επικυρώσει ή όχι. Η συμμετοχή στην UNCLOS, δεν δεσμεύει τα εμπλεκόμενα κράτη να διαπραγματευτούν με βάση τη σύμβαση, αλλά μπορούν να διαπραγματευτούν διμερώς και να συνάψουν διμερή συμφωνία. Έτσι, το Ισραήλ (εκτός UNCLOS) κατάφερε να πειθαναγκάσει τον Λίβανο (εντός UNCLOS) να παραιτηθεί το 2011 από τις διεκδικήσεις του σε θαλάσσια κοιτάσματα. Συνεπώς, το διεθνές δίκαιο στο βαθμό που τα κράτη δεν επιλέγουν να δεσμευτούν από αυτό είναι ελαστικό και εκφράζει την κατανομή ισχύος  μεταξύ τους σε κάθε διαμάχη.

Κατά UNCLOS, η υφαλοκρηπίδα, η οποία αφορά τον πυθμένα μιας θαλάσσιας ζώνης, αποτελεί αυτόματο δικαίωμα (ab initio & ipso facto) ενός κράτους, χρειάζεται ωστόσο η οριοθέτηση της μέσω συντεταγμένων και η ανακήρυξή της– γεγονός το οποίο το ελληνικό κράτος δεν έχει πράξει. Η ΑΟΖ, η οποία περιλαμβάνει την έκταση μεταξύ πυθμένα και επιφάνειας, χρειάζεται να οριοθετηθεί μέσω διακρατικών συμφωνιών όπου υπάρχουν επικαλυπτόμενες ΑΟΖ, με όλα τα συνορεύονται κράτη, όπως στη ΝΑ Μεσόγειο. Το ελληνικό κράτος δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ, πλην της πρόσφατης διμερούς συμφωνίας με την Αίγυπτο (όπως αντίστοιχα η Τουρκία με τη Λιβύη) . Στην πράξη, η οικοπεδοποίηση της θάλασσας για εξορύξεις υδρογονανθράκων απαιτεί την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και την ανακήρυξη ΑΟΖ. Συνεπώς, πολύ συχνά όταν το ελληνικό κράτος κατηγορεί το τουρκικό κράτος για παραβιάσεις αναφέρεται απλώς και μόνο στις δικές του διεκδικήσεις σαν να επρόκειτο για το ισχύον status. Οι διεκδικήσεις αυτές ακόμη κι αν επικυρώνονταν κατά 100% δεν θα μπορούσε να απαγορεύσουν τη διέλευση των τουρκικών πλοίων χωρίς «ελληνική άδεια» στο Αιγαίο καθώς σε σημαντικό βαθμό θα συνέχιζε να αποτελείται από διεθνή ύδατα. Με άλλα λόγια, το ελληνικό κράτος λέει ωμά ψέματα με αποδέκτη την ελληνική κοινωνία για να παρουσιάσει τις επιθετικές διεκδικήσεις του ως αμυντικές, να νομιμοποιήσει την πολιτική του και να αποσπάσει εθνικιστική στήριξη σε μια ενδεχόμενη σύρραξη. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως παρόμοια είναι η χρήση των ΜΜΕ και στην αντίπερα όχθη της κοινής μας θάλασσας.

Στην ουσία, παρά την προπαγάνδα, το ελληνικό και τουρκικό κράτος γνωρίζουν πως αν προχωρούσαν σε ανακήρυξη επικαλυπτόμενων ΑΟΖ και στη συνέχεια κατέφευγαν στο διεθνές δίκαιο κανένα από τα δυο κράτη δεν θα κέρδιζε αυτά που διεκδικεί. Γι’ αυτό και το ελληνικό κράτος κατέφυγε ήδη από το 2010 στην προσπάθεια γεωπολιτικής περικύκλωσης της Τουρκίας με τη συμφωνία Ελλάδα-Ισραήλ-Κύπρος αρχικά και τη διεύρυνσή της αργότερα με όχημα τον σχεδιασμό για τον αγωγό EastMed και την πρόσδεση του ελληνικού εξορυκτικού προγράμματος στους στόχους απεξάρτησης της ΕΕ από τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Έτσι, εν έτει 2020 το East Mediterranean Gas Forum (EMGF) περιλαμβάνει τα κράτη Ελλάδα, Ισραήλ, Κύπρος, Αίγυπτος, Ιορδανία με τη Γαλλία να ζητά επίσημα να συμμετέχει. Η ουσία της σύμπραξης αυτής βρίσκεται στην προσπάθεια να γίνει μια μοιρασιά της ΝΑ Μεσογείου η οποία δεν θα περιλαμβάνει την Τουρκία. Το τουρκο-λιβυκό σύμφωνο και η αυξανόμενη στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας στην περιοχή αποτελούν εν μέρει την απάντηση σε αυτό το οποίο το τουρκικό κεφάλαιο βλέπει ως περικύκλωση. Οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί παίρνουν ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις λόγω της εμπλοκής των διεθνών δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ, Γαλλία) που επιχειρούν να ελέγξουν τις διαδρομές της ενέργειας και της ναυσιπλοΐας, να κατοχυρώσουν τη θέση τους στο συσχετισμό δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική και να διεκδικήσουν για τις εταιρείες τους συμβόλαια που αφορούν είτε την εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων, είτε την κατασκευή υποδομών και αγωγών μεταφοράς, είτε την πώληση όπλων στα αντίπαλα μέρη.  Ως αποτέλεσμα η περιοχή γίνεται μια διαρκής σκακιέρα με δυσδιάκριτα όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου όσο οι εντάσεις θα συνεχίσουν να οξύνονται. Οι εντάσεις αυτές εκφράζονται και στο εσωτερικό των κρατών, καθώς η αποτελεσματικότητα στους διεθνείς ανταγωνισμούς απαιτεί κοινωνική ειρήνη στο εσωτερικό των κρατών, δηλαδή καθυπόταξη των κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι στους σχεδιασμούς του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν όλες οι στρατιωτικές ασκήσεις υπεράσπισης θαλάσσιας πλατφόρμας άντλησης υ/α περιλαμβάνουν ως σενάριο την υπεράσπιση της όχι μόνο από εξωτερικούς, αλλά και από εσωτερικούς εχθρούς.

Σε αυτό το τεράστιο πλέγμα ανταγωνισμών, το μόνο βέβαιο είναι πως κανένα όφελος δε θα έχουν ο ελληνικός και τουρκικός λαός, η εργατική τάξη και των δύο χωρών που θα πληρώσει το τίμημα ενός δυνητικού πολέμου και τις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής λεηλασίας. Μια «μετριοπαθής» προτεινόμενη λύση απέναντι στους πολεμικούς ανταγωνισμούς και την περιβαλλοντική καταστροφή είναι αυτή της «συν-εκμετάλλευσης» των κοιτασμάτων. Συνεκμετάλλευση σημαίνει συνεργασία κεφαλαίων, περιφερειακών κρατών και υπερδυνάμεων που επωφελούνται από τη συνεργασία αυτή για την καλύτερη και πιο επωφελή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων συνολικά για το σύστημα. Συνεκμετάλλευση, δηλαδή, σημαίνει αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση όλων εμάς και του περιβάλλοντος. Στεκόμαστε ενάντια σε κάθε «λύση», η οποία μας προτείνει να γίνουμε συνένοχοι στην ίδια μας την υποδούλωση.

 Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός λοιπόν πρέπει να ιδωθεί ως γεωπολιτικό παιχνίδι εξ απόψεως πολιτικής σκοπιμότητας για να χωριστεί το Αιγαίο σε θαλάσσια οικόπεδα, έτοιμα προς εξόρυξη, πράγμα που θα κατοχυρώνει τα διεκδικηθέντα κυριαρχικά δικαιώματα και από τις δύο πλευρές. Οι εξορύξεις υδρογονανθράκων παρουσιάζονται ως «ανάπτυξη» και επιχειρούν να αποσπάσουν εκβιαστικά την κοινωνική συναίνεση. Οι κοινωνίες είναι αυτές που πλήττονται άμεσα από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις των εξορύξεων με υποβάθμιση της δημόσιας υγείας, των τοπικών παραγωγικών δραστηριοτήτων και περαιτέρω φτωχοποίηση της κοινωνίας, καθώς οι δημόσιες δαπάνες θα διοχετεύονται στις υποδομές για τις εξορύξεις και σε εξοπλιστικά προγράμματα για την άμυνά τους – από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς – και όχι για τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες υπό την σκιά ενός πιθανού επικείμενου πολέμου. Παρόλο που η διεθνής εμπειρία έχει αποδείξει ότι η εξόρυξη υδρογονανθράκων συνοδεύεται αναπότρεπτα με δραματική υποβάθμιση του χερσαίου και θαλάσσιου περιβάλλοντος και κατακόρυφη μείωση της βιοποικιλότητας, ακόμη και στις συνθήκες «ομαλής» λειτουργίας. Σε συνθήκες ατυχήματος, οι συνέπειες θα είναι ανυπολόγιστες, όπως διαπιστώσαμε όταν μια ελάχιστη ποσότητα πετρελαίου διέρρευσε από δεξαμενόπλοιο το 2017 στην Ελευσίνα. Ατυχήματος του οποίου οι πιθανότητες πολλαπλασιάζονται από τα πολύ μεγάλα βάθη των εξορύξεων, την υψηλή σεισμικότητα της περιοχής, την μεγάλη κυκλοφορία και τις προκλήσεις καθημερινών «επεισοδίων» με την Τουρκία. Κανένας από τους δύο λαούς δεν έχει να κερδίσει τίποτε από τέτοιες εξελίξεις και τέτοιες απειλές.

Στις συνθήκες που ανοίγονται μπροστά μας, χρειάζεται οι οικολογικοί και οι αντιπολεμικοί αγώνες να συναντηθούν. Κανένα πεδίο αγώνων δεν αποτελεί συμπλήρωμα του άλλου. Αντίθετα, και οι δυο έχουν κεντρική θέση στις πολύπλευρες αντιστάσεις που γεννιούνται κάθε μέρα και η σύγκλιση τους είναι αναγκαία για να ανατραπούν οι πολεμοκάπηλοι σχεδιασμοί ενός συστήματος σε παρακμή. Ως Πρωτοβουλία Αθήνας ενάντια στις εξορύξεις Υ/Α τοποθετούμαστε ενάντια σε κάθε σχεδιασμό έρευνας-εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και σε κάθε πόλεμο στη ΝΑ Μεσόγειο οποιοδήποτε κεφάλαιο και κράτος και αν εμφανίζεται ως «αμυνόμενο» ή «επιτιθέμενο». Ως εκ τούτου, είμαστε ενάντια σε κάθε οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, ο μόνος σκοπός των οποίων είναι στην πραγματικότητα οι εξορύξεις.  Αγωνιζόμαστε υπέρ μιας Μεσογείου των λαών της και καθαρής από πλατφόρμες εξόρυξης, πολυεθνικές, πολεμοκάπηλες κυβερνήσεις και κράτη.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

Άξονες για μια ενεργειακή πολιτική των κινημάτων

 





 
(Τοποθέτηση της Πρωτοβουλίας Αθήνας ενάντια στις εξορύξεις Υ/Α στο πλαίσιο του διαλόγου για  τη 2η συνάντηση για την ενέργεια, 17-18 Οκτώβρη)

Η περίοδος μεταξύ της 1ης (Γενάρης 2020) και της 2ης συνάντησης (Οκτώβρης 2020) για την ενέργεια ήταν περίοδος ανακατατάξεων σε οικονομικό-πολιτικό επίπεδο, η οποία εκφράστηκε έντονα στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής. Η πανδημία όξυνε και λειτούργησε καταλυτικά για την έκφραση δυναμικών οι οποίες ήδη υπήρχαν στο «ενεργειακό» - ενίσχυση μεγάλων πολυεθνικών ομίλων, επιτάχυνση κατάρρευσης νομοθεσίας, όξυνση ενδοκρατικών και ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η οικονομική κρίση επιτάχυνε την «δημιουργική καταστροφή» των μικρότερων εταιρειών σε όλους τους κλάδους και τη συσσώρευση παραχωρήσεων σε μεγάλους ομίλους. Αυτή η συσσώρευση επιταχύνει και την κατάρρευση της εναπομείνουσας νομοθεσίας η οποία περιορίζει τις πιο ακραίες αντιπεριβαλλοντικές εκφάνσεις της «ενεργειακής ανάπτυξης». Σε τομείς όπως η ανάπτυξη ΒΑΠΕ η τάση αυτή εκφράστηκε άμεσα καθ'όλη τη διάρκεια του 2020. Στην έρευνα-εκμετάλλευση υδρογονανθράκων παρά την αναστολή ερευνών σε σχεδόν όλες τις παραχωρήσεις στην Ελλάδα εντός του 2020, σηματοδοτείται εντός 2021 μια συσσώρευση ανταγωνιστικών πολυεθνικών κοινοπραξιών η οποία θα εισέλθει με μεγαλύτερη δυναμική συγκριτικά με την περίοδο πριν την πανδημία με έντονη την παρουσία της στα θαλάσσια οικόπεδα πέριξ της Κρήτης καθώς και αυτά του Ιονίου.

1. Σε αυτό το οικονομικό πλαίσιο, τους τελευταίους μήνες πρώτο θέμα στην εγχώρια ατζέντα αποτελεί η εκρηκτική όξυνση των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα του ανταγωνισμού των κρατών Ελλάδας - Τουρκίας. Καθημερινά η κοινωνία βομβαρδίζεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ με την καλλιέργεια πολεμικού κλίματος και την άμεση απειλή θερμών επεισοδίων. Αυτό που διακυβεύεται είναι ο ορισμός και η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο προκειμένου να επιμεριστούν τα δικαιώματα για την εξόρυξη και μεταφορά υδρογονανθράκων μεταξύ των δύο κρατών και των εγχώριων κεφαλαίων που εκπροσωπούν, καθώς επίσης και των διεθνών συμμάχων τους. Με άλλα λόγια, αυτό για το οποίο ερίζουν τα δύο κράτη είναι η κατανομή των δικαιωμάτων και των deals από τις δυνητικές εξορύξεις οι οποίες, ταυτόχρονα, αποτελούν καταστροφή για την κοινωνική πλειοψηφία, για το φυσικό περιβάλλον της Αν. Μεσογείου και βεβαίως για την ειρήνη στην περιοχή, όπως συχνά έχουμε αναδείξει, πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν είναι σίγουρο ότι από τις πιθανές εξορύξεις οι περισσότερο ωφελημένες θα είναι οι πετρελαϊκές πολυεθνικές . Το ελληνικό κράτος έχει ήδη προχωρήσει σε τεράστιας κλίμακας mega-projects συμβάσεων παραχώρησης (χερσαία και υπεράκτια) για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων με πολυεθνικούς κολοσσούς, όπως η Αμερικανική Exxon-Mobil, η Γαλλική Total, η Ισπανική Repsol κ.α., αλλά φυσικά και με τις εγχώριες ΕΛΠΕ και Energean εξασφαλίζοντας και τη συμμετοχή πλήθους υπεργολαβικών εταιρειών που θα δραστηριοποιηθούν. Ταυτόχρονα, έχει συγκροτηθεί η συμμαχία 3+1 (Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΠΑ) για τον αγωγό East-Med, ενώ στην πρόσφατη κοινή ανακοίνωση Ελλάδας - ΗΠΑ τονίζεται η συνεργασία για τον αγωγό ΤΑΡ, αλλά και για την από κοινού στήριξή τους για τον αγωγό IGB, την πλωτή μονάδα LNG στην Αλεξανδρούπολη κ.λ.π.

2. Δεδομένης λοιπόν της επιθετικής εξορυκτικής στρατηγικής του ελληνικού κράτους και του εγχώριου κεφαλαίου, στρατηγικής που ενθαρρύνεται από τα μεγάλα κράτη για την πώληση όπλων τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Τουρκία, σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια φρενήρη εθνικιστική προπαγάνδα, με ενίσχυση του μιλιταρισμού με ανακοινώσεις τεραστίων εξοπλιστικών προγραμμάτων, εν μέσω μάλιστα μιας ιστορικά πρωτοφανούς πολλαπλής κρίσης (δημόσιας υγείας, οικονομικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής). Ως εκ τούτου, η θέση μας: «Όχι στις εξορύξεις υδρογονανθράκων» και ο αγώνας μας για την κατάργησή τους δεν μπορούν παρά να έχουν ως φυσική συνέχειά τους τη μαχητικά αντίθετη στάση και θέση μας σε κάθε εγχώριο σχεδιασμό για διεκδικήσεις ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, για όξυνση των ανταγωνισμών, για εξοπλισμούς και φυσικά στο συνολικό εθνικιστικό κλίμα που καλλιεργείται. Η αντίθεσή μας στις εξορύξεις συνεπάγεται την κάθετη αντίθεσή μας σε όλες τις διεκδικήσεις δικαιωμάτων που έχουν στο επίκεντρό τους ακριβώς αυτές, όπως είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδα και η ανακήρυξη ΑΟΖ. Αγωνιζόμαστε για την ακύρωση των εξορυκτικών προγραμμάτων και βεβαίως για την ειρήνη και την προστασία του κρίσιμου φυσικού περιβάλλοντος της Αν. Μεσογείου, επιδιώκοντας την αλληλεγγύη και τη συνεργασία με τα αντίστοιχα κινήματα που αγωνίζονται για τους ίδιους στόχους στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και στα υπόλοιπα γειτονικά κράτη καθώς και διεθνώς.

 

3. Η αύξηση της ζήτησης της ενέργειας στα πλαίσια ενός οικονομικού συστήματος αέναης μεγέθυνσης και συσσώρευσης με κεντρικά στοιχεία την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής σε πολύ μεγάλη εκτατική κλίμακα με τη χρήση ορυκτών καυσίμων και την ανάπτυξη της βιομηχανικής (μονο)καλλιέργειας εδαφών με εντατική απόδοση έχει επιφέρει ευρείας έκτασης καταστροφικές επιπτώσεις στη λειτουργία των βιογεωχημικών κύκλων του πλανήτη. Η χρήση των ορυκτών καυσίμων, κατ' επέκταση και η αντίστοιχη εξορυκτική δραστηριότητα, έχει συνδεθεί με το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής εξ αιτίας «ανθρωπογενών» παρεμβάσεων, επί της ουσίας της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Το πεδίο των αγώνων, το οποίο σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή χρειάζεται να είναι ενιαίο κομμάτι της στρατηγικής των περιβαλλοντικών κινημάτων χωρίς «ναι, μεν αλλά», πέρα από τον συστημικό διαχωρισμό μεταξύ των κινημάτων. Για εμάς ο αγώνας για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής είναι διαμετρικά αντίθετος τόσο με την «μαύρη ανάπτυξη» όσο και με την «πράσινη ανάπτυξη» της αγοράς, καθώς και σε κάθε συστημική δήθεν «λύση» που επιχειρεί να εξωραΐσει τις διαχρονικές και σύγχρονες ευθύνες του ίδιου του συστήματος για την κλιματική κρίση, παρουσιάζοντας το ίδιο ως λύση. Η δική μας προσέγγιση με κεντρικούς άξονες την αντίθεση στην ιδεολογία της ανάπτυξης και της διαρκούς συσσώρευσης, τον προσδιορισμό των συλλογικών κοινωνικών αναγκών από την ίδια την κοινωνία και την αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας θέτει στο επίκεντρό της τη διαδικασία της συνολικής αμφισβήτησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Γι' αυτό βασικό ζητούμενο των κινημάτων δεν μπορεί να είναι οι τεχνικές κάλυψης των όλο και περισσότερο διογκωμένων αναγκών αυτού του συστήματος - με ή χωρίς, «πράσινα διαπιστευτήρια» από συστημικούς φορείς. Βασικό ζητούμενο μας πρέπει να είναι ο έλεγχος αυτής της ζήτησης και η ανάσχεση της τάσης κατασπατάλησης φυσικών πόρων στο πλαίσιο μιας συνολικής ανασυγκρότησης της παραγωγικής διαδικασίας. Στη διαδικασία μιας ουσιαστικής μετάβασης σε ένα άλλο σύστημα παραγωγής και διανομής της ενέργειας (με μηδενική εκπομπή ρύπων) οφείλουμε να προσδιορίσουμε τις πραγματικές ενεργειακές ανάγκες της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει να εξοικονομήσουμε ενέργεια σε όλο το φάσμα της παραγωγικής - οικονομικής δραστηριότητας από την βιομηχανία, τις μεταφορές, την αγροτική-κτηνοτροφική παραγωγή ως το αστικό περιβάλλον και τα κτίρια, τις χρήσεις γης και τη διαχείριση των απορριμμάτων.

4. Η χρήση των διαθέσιμων πηγών ενέργειας πρέπει να σχεδιάζεται με βάση το μέγεθος, τις επιπτώσεις και το πραγματικό συνολικό κοινωνικό τους κόστος (άμεσο και έμμεσο). Κάθε σύστημα παραγωγής και διανομής ενέργειας έχει επιπτώσεις, που αυξάνονται όσο μεγαλώνει η κλίμακα των έργων και βεβαίως εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων όπως: το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πηγών, τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και διανομής, τον κοινωνικό έλεγχο στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση, το είδος των χρησιμοποιούμενων τεχνικών και τεχνολογιών που δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες κ.α. Τις τελευταίες δεκαετίες προωθείται απαρέγκλιτα η απορρύθμιση (απελευθέρωση) της αγοράς ενέργειας και η ιδιωτικοποίηση της παραγωγής, της μεταφοράς, της διανομής και της προμήθειας, με στόχο την πλήρη εμπορευματοποίηση της ενέργειας. Παράλληλα, για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης οι συστημικές δυνάμεις προωθούν την πολιτική της «πράσινης ανάπτυξης». Μια ενεργειακή πολιτική που βασίζεται στην ενισχυόμενη από το κράτος ιδιωτική πρωτοβουλία και στους μηχανισμούς της αγοράς και αφορά στη δραστική αλλαγή του ενεργειακού μίγματος με την εισαγωγή τεχνολογικών «Α.Π.Ε.» για την υποκατάσταση ορυκτών καυσίμων, με ταυτόχρονη εξασφάλιση κερδοφορίας και αναζωογόνηση της ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, από το νόμο 3851/2010 έως τον πρόσφατο περιβαλλοντοκτόνο νόμο 4685/2020 του Χατζηδάκη, που πλέον κατήργησε και κάθε φύλλο συκής ελέγχου, αδειοδότησης, και σχεδιασμού, αναπτύσσεται μια επέλαση βιομηχανικής κλίμακας εγκαταστάσεων Α.Π.Ε (ιδιωτικών στη συντριπτική τους πλειονότητα) πέρα από κάθε πλαίσιο οποιουδήποτε ενεργειακού, χωροταξικού, δημοκρατικού και κοινωνικοοικονομικού σχεδιασμού. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για μια διαδικασία «υφαρπαγής γης» από το κεφάλαιο, με τεράστιες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις, που επιβάλλεται στις τοπικές κοινωνίες. Τα μεγέθη ζαλίζουν. Ήδη πέρα από τα 10,5 2Μ που βρίσκονται σε λειτουργία, το συνολικό επενδυτικό ενδιαφέρον φθάνει τα 11.000 έργα, συνολικής ισχύος 76GM. Την ίδια στιγμή, τους τελευταίους μήνες ανακοινώθηκε πρόγραμμα βίαιης απολιγνιτοποίησης με παράλληλη επιδίωξη την πλήρη διάλυση της ήδη αποδιαρθρωμένης ΔΕΗ (που βεβαίως αποτελούσε τις τελευταίες δεκαετίες μια κρατική εταιρεία που λειτουργούσε με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια). Στόχος, η πλήρης ολοκλήρωση του σχεδίου απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας. Οι συνέπειες του σχεδίου αυτού θα πλήξουν άμεσα τους εργαζόμενους της ΔΕΗ, αλλά και τα δύο μεγάλα ενεργειακά κέντρα, όπου όπως επιβλήθηκε η μονοκαλλιέργεια του λιγνίτη χωρίς να ερωτηθούν οι τοπικές κοινωνίες, σήμερα επιβάλλεται η βίαιη απολιγνιτοποίηση χωρίς κανέναν οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό. Χωρίς διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες, χωρίς αποκατάσταση ορυχείων και απόδοση εδαφών με πλήρη περιβαλλοντική αποκατάσταση και χωρίς βέβαια επανασχεδιασμό και τον αναπροσανατολισμό των τοπικών παραγωγικών δραστηριοτήτων.

5. Η αύξηση της ζήτησης της ενέργειας δεν προέρχεται ουσιωδώς από μια αντικειμενική αύξηση των κοινωνικών αναγκών όπως η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού ή της πρόσβασης σε βασικά ενεργειακά αγαθά από τους φτωχότερους πληθυσμούς του πλανήτη, αλλά από την όλο και μεγαλύτερη επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της ζωής (παραγωγή, κυκλοφορία, κατανάλωση). Μέρος αυτής της επέκτασης είναι και η εμπορευματοποίηση της ίδιας της ενέργειας ως μιας αυτόνομης αγοράς μετατρέποντας την ενέργεια σε εμπόρευμα που πρέπει να πουληθεί ανεξάρτητα από την χρηστική και κοινωνική της αξία. Η ανάσχεση της εμπορευματοποίησης της ενέργειας είναι βασικό τμήμα της στρατηγικής των κινημάτων.

6. Με αυτά τα δεδομένα, πιστεύουμε ότι οι όποιες εναλλακτικές προτάσεις θα είναι,  ουσιαστικά, αποτελεσματικές μόνο εάν κινούνται εκτός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής  και στοχεύουν στην ανατροπή του. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι ανάγκη να προσανατολισθούν τα κινήματα για την ενέργεια, όπως και τα υπό9λοιπα κοινωνικά κινήματα, για να πετύχουν όχι μόνο την μετατροπή της ενέργειας από εμπόρευμα σε κοινωνικό αγαθό, αλλά και την αποτροπή κάθε εθνικιστικής έξαρσης, όπως και μιας πιθανής (τοπικής ή γενικότερης)  πολεμικής  σύγκρουσης.

7. Φυσικά είναι αυτονόητο ότι ένα εναλλακτικό ενεργειακό μοντέλο προϋποθέτει απαραίτητα τον κοινωνικό έλεγχο του συστήματος παραγωγής και διανομής της ενέργειας. Υποστηρίζουμε την κατοχύρωση των πηγών ενέργειας ως κοινών πόρων της ανθρωπότητας και της ενέργειας ως κοινωνικού αγαθού. Προκρίνουμε την ενίσχυση της τοπικότητας και την αποκέντρωση των δικτύων, των δραστηριοτήτων και των ανθρώπων ενταγμένων σε ένα πλαίσιο κάλυψης τοπικών και υπερτοπικών αναγκών, πέρα από το διαχωρισμό μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών ενέργειας.

8. Δεν νοείται εναλλακτική ενεργειακή πολιτική χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη, με την έννοια της πρόσβασης για όλους και της κάλυψης των βασικών ενεργειακών αναγκών χωρίς προϋποθέσεις. Η εξάλειψη της ενεργειακής φτώχειας που αυξάνεται για ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, είναι προτεραιότητα. Αυτοί που πλήρωσαν και πληρώνουν το κάθε λογής κόστος της “ανάπτυξης”, είτε πρόκειται για τους φτωχούς των αναπτυγμένων χωρών, είτε για εκείνους του παγκόσμιου Νότου, δεν μπορεί να είναι οι ίδιοι που θα πληρώσουν και το κόστος οποιασδήποτε μετάβασης. Η όποια εναλλακτική πρόταση αφορά μια συνολική θεώρηση των πολιτικών για την ενέργεια, ως μέρους των γενικότερων πολιτικών για ένα ριζικό κοινωνικό-οικολογικό μετασχηματισμό.

Πρωτοβουλία Αθήνας ενάντια στις εξορύξεις υδρογονανθράκων

 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Όχι στην ποινικοποίηση των συγκεντρώσεων

Τα κινήματα δεν αναπτύσσονται στην αιχμαλωσία

Όχι στην ποινικοποίηση των συγκεντρώσεων


Το νομοσχέδιο Χρυσοχοΐδη, που έχει ήδη κατατεθεί στη Βουλή, θίγει θεμελιώδεις ελευθερίες, μας βάζει άμεσα στο στόχαστρο και μας αναγκάζει να πάρουμε θέση, όπως και κάθε κοινωνικό κίνημα.

Δεν χρειάζεται να σταθούμε αναλυτικά σε όλες τις διατάξεις ενός πολλαπλώς και τυπικά αντισυνταγματικού νομοσχεδίου, που έχει ήδη αναλυθεί αρκετά. Η ιδέα ότι μπορεί να είναι στις αρμοδιότητες της αστυνομίας -που δεν λογοδοτεί πολιτικά- να αποφασίζει για το αν θα πραγματοποιηθεί μια συγκέντρωση, τα ασαφή κριτήρια μαζικότητας, ο ρόλος του οργανωτή, η δημιουργία ομάδας περιφρούρησης από τους ίδιους τους οργανωτές σε συνεργασία με την αστυνομία, όλες αυτές οι διατάξεις και οι υπερεξουσίες είναι έξω από κάθε δημοκρατική λογική, ακόμη και αυταρχική. Στην πράξη, το νομοσχέδιο αυτό μας απαγορεύει να διαδηλώνουμε.

Το νομοσχέδιο επαναφέρει διατάξεις του χουντικού διατάγματος του 1971 όπως, μεταξύ πολλών άλλων, περί «οργανωτή» των συναθροίσεων με μοναδικό στόχο - και τότε και τώρα - την ποινικοποίηση, τον κατασταλτικό έλεγχο και τελικά το ουσιαστική προσπάθεια αποτροπής των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Τα κινήματα και οι κοινωνικοί αγώνες δεν έχουν «οργανωτή» δεν καλούνται από ένα κέντρο αλλά από πλήθος ομάδων πολιτών, που οργανώνονται αυθόρμητα και από τα κάτω. Χαρακτηριστικά, οι πανελλαδικές συγκεντρώσεις στις οποίες έχουμε λάβει μέρος για το ζήτημα των Εξορύξεων, έχουν διοργανωθεί από κοινού, με τη συνυπογραφή τουλάχιστον δεκατριών τοπικών κινήσεων, που δεν αναγνωρίζουν ένα κοινό κέντρο, διότι έχει η κάθε μία τις δικές της ιδιαιτερότητες, αλλά συλλογικά συντονίζονται ισότιμα και με αλληλοσεβασμό.

Αυτός ο τρόπος οργάνωσης αντιστοιχεί σε μια συνολικότερη στάση απέναντι στα προβλήματα, που σχετίζεται και με τη στάση μας απέναντι στη φύση: σεβασμός, τοπικότητα, μικροκλίμακα. Το ίδιο ισχύει αντιστρόφως και για το νομοσχέδιο Χρυσοχοΐδη, που δεν μπορεί να κατανοήσει στο ελάχιστο τον τρόπο και τους λόγους για τους οποίους οργανωνόμαστε όπως οργανωνόμαστε και όχι όπως θα ήθελε εκείνος.

Ο κ. Χρυσοχοΐδης θέλει ένα κέντρο με το οποίο να μπορεί να συνομιλεί, σε μια προσπάθεια εξημέρωσης των κοινωνικών κινημάτων. Τα κινήματα όμως δεν αναπτύσσονται στην αιχμαλωσία.

Καταδικάζουμε το νομοσχέδιο και απαιτούμε την άμεση απόσυρσή του. Καλούμε όλους τους πολίτες που ενδιαφέρονται για το περιβάλλον να λάβουν μέρος στις κινητοποιήσεις των ημερών. Καλούμε όλες τις περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες να πάρουν θέση σε αυτό το ζήτημα.

Δεν θα περάσει.

Πρωτοβουλία Αθήνας ενάντια στις εξορύξεις υδρογονανθράκων

Συνέλευση 07/07


Το success story του Πρίνου καταρρέει παταγωδώς ενώ η Energean απειλεί με οικολογική και οικονομική καταστροφή



Το
success story του Πρίνου καταρρέει παταγωδώς ενώ η Energean  απειλεί με οικολογική και οικονομική καταστροφή

Το αφήγημα της Ανάπτυξης όπως εκφράστηκε από τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις και τους εκπροσώπους τους στο ΥΠΕΝ (Μανιάτης, Σταθάκης, Χατζηδάκης) υποσχέθηκε εντυπωσιακά οφέλη στις τοπικές κοινωνίες αν απλά αφήσουν τις εταιρείες να δράσουν ελεύθερα στη γη και στα ύδατα τους. Στο όνομα της Ανάπτυξης παραχωρήθηκε με μεγάλη ελευθερία κινήσεων και χωρίς κανένα ουσιαστικό έλεγχο πάνω από το 1/3 της επικράτειας της χώρας για εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Τώρα το αφήγημα αυτό καταρρέει.

Τους τελευταίους μήνες παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται μια υπόθεση οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού εκβιασμού από  πετρελαϊκή εταιρεία με σκοπό να αποσπάσει δεκάδες εκατομμύρια από το Δημόσιο. Πρόκειται για την Energean που κατέχει το  μόνο πετρελαϊκό κοίτασμα σε παραγωγή στην Ελλάδα στον Πρίνο (Καβάλα).  Η Energean κατέχει ακόμη, εξ ολοκλήρου ή σε κοινοπραξία, τις παραχωρήσεις  έρευνας-εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε Κατάκολο, Ιωάννινα-Θεσπρωτία, Αιτωλοακαρνανία και σύντομα θα έχει ολοκληρωθεί το πέρασμα σε αυτήν του 50% του κοιτάσματος στον Δ. Πατραϊκό. Παράλληλα δραστηριοποιείται με μεγάλες επενδύσεις στο Ισραήλ, αλλά και σε Αίγυπτο και Μαυροβούνιο.

Σε όλη την προηγούμενη περίοδο τόσο οι επενδύσεις και όσο και η παραγωγή στον Πρίνο είχαν μειωθεί δραματικά. Η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου λόγω της πανδημίας λειτούργησε καταλυτικά ώστε να εκφραστούν τα πολλά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Σε αυτή την κατάσταση, όπου η μετοχή της παρουσιάζει ραγδαία καθοδική πορεία, η Energean προχώρησε τους τελευταίους  μήνες σε μια προπαγανδιστική εκστρατεία για την οικονομική σημασία του Πρίνου και της ίδιας της εταιρείας.  Σκοπός της, να αποσπάσει μεγάλες κρατικές επιδοτήσεις για να συνεχίσει το εξορυκτικό πρόγραμμά της και να καλύψει συνολικά τις ζημιές της με πρόσχημα την χρηματοδότηση του Πρίνου. Μόνο για φέτος ζητά να πληρώσουμε από τους φόρους μας το εξωφρενικό ποσό των 75 εκ. ευρώ (!) και έπεται συνέχεια.

Η εταιρεία ισχυρίζεται πως αν κλείσει η μονάδα του Πρίνου θα υπάρξει ζημιά 1.5 δις συνολικά στην ελληνική οικονομία καθώς και πως θα χαθούν 270 θέσεις εργασίας. Οι ισχυρισμοί της είναι παντελώς ψευδείς. Η αλήθεια είναι ότι από το  1981 που ξεκίνησε η άντληση στον Πρίνο μέχρι και σήμερα το Δημόσιο έχει κάνει τεράστιες δαπάνες με μηδαμινά έσοδα. Με κανέναν τρόπο δεν τεκμηριώνεται η καταστροφολογία της Energean για τις οικονομικές επιπτώσεις των 1.5 δις για το κλείσιμο του Πρίνου.  Την στιγμή που η εταιρεία είχε ήδη προχωρήσει σε περικοπές επενδύσεων από το 2019  …  τώρα ζητά κρατική επιχορήγηση  για να προχωρήσει σε επενδύσεις! Ακόμη πιο επιθετικός είναι ο εκβιασμός ότι πρέπει  την πληρώσουμε για να μην προχωρήσει σε απολύσεις.  Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τους εργαζόμενους, ας μιλήσουμε συνολικά: για τους μισθούς, για τις συνθήκες εργασίας, για το πόσες θέσεις εργασίας χάνονται σε άλλους τομείς όταν μια τοπική κοινωνία είναι «όμηρος» της λειτουργίας μιας πετρελαϊκής εταιρείας στην περιοχή. 

Ο πιο κρίσιμος ισχυρισμός όμως αφορά τον περιβαλλοντικό κίνδυνο που συνεπάγεται το κλείσιμο της εταιρείας. Όπως ισχυρίζεται η  Energean  αν  η μονάδα κλείσει, τότε τους επόμενους 6 μήνες υπάρχει κίνδυνος περιβαλλοντικής καταστροφής από την μη συντήρηση. Μάλιστα ο αντιπρόεδρος της Energean δήλωσε ότι «το πρόβλημα θα έρθει στο Δημόσιο» αφού  υπάρχουν 24 γεωτρήσεις καθώς και θαλάσσιες και χερσαίες εγκαταστάσεις σε τεράστια έκταση που είναι του Δημοσίου. Σημείωσε ότι κάθε γεώτρηση μπορεί να στοιχίσει πάνω από 3 εκατ. δολάρια για να κλείσει και να αποκατασταθεί ασφαλώς το περιβάλλον και μίλησε για «τεράστια βόμβα στην καρδιά του Αιγαίου».

Εδώ, βλέπουμε μια άλλη όψη του εκβιασμού. Η εταιρεία δηλώνει πως παρότι είναι υποχρεωμένη βάσει της σύμβασης παραχώρησης για την αποκατάσταση του χώρου δεν πρόκειται να την υλοποιήσει. Ταυτόχρονα, όχι μόνο η τοπική κοινωνία αλλά ολόκληρη η χώρα βρίσκεται σε περιβαλλοντική «ομηρία» – όπου η εταιρεία αν δεν πάρει τα λύτρα, θα την αφήσει στο έλεος της περιβαλλοντικής καταστροφής. Σε αυτό το πλαίσιο, αποδεικνύεται πόσο  ψευδής και υποκριτικός είναι ο ισχυρισμός της εταιρείας για τους δεσμούς της με την Καβάλα και ότι στόχος της είναι ο «Πρίνος να γίνει Πράσινος». Φιλοπεριβαλλοντικές εξορύξεις δεν υπάρχουν - (παρ’ότι είδαμε το παράδοξο να βραβεύεται η εταιρεία Ελληνικός Χρυσός για τη συνεισφορά της στους τομείς του περιβάλλοντος, της κοινωνίας και του αθλητισμού) -  και αυτό είναι κάτι που επιβεβαιώνεται κάθε φορά που οι εταιρείες κινδυνεύουν οικονομικά και  η κατάρρευσή τους καθίσταται περιβαλλοντική απειλή για τις τοπικές κοινωνίες. Και αν η άντληση του Πρίνου, που γίνεται σε μόλις 50 μέτρα βάθος, είναι όπως οι ίδιοι λένε μια «τοξική βόμβα» στην καρδιά του Αιγαίου μπορεί κανείς να υποθέσει τι θα συμβεί αν τέτοιες τοξικές βόμβες τοποθετηθούν παντού σε θαλάσσια βάθη 2,5 και 3 χλμ ή σε παρθένες περιοχές στην Ήπειρο και στην υπόλοιπη Δυτική Ελλάδα.  Όλοι εμείς θα πληρώνουμε τεράστια ποσά σε δημόσιες επενδύσεις υποδομών που θα διαχειρίζονται ιδιωτικές εταιρείες και οι εταιρείες όχι μόνο θα δηλώνουν ζημίες για να μην ανταποδίδουν τίποτε από την εκμετάλλευση των εξορύξεων, αλλά και θα μας απειλούν με περιβαλλοντικές καταστροφές κάθε φορά που θα επιχειρούν να αποσπάσουν και άλλα χρήματα και επιχορηγήσεις.

Ο μεγάλος σιωπηλός συνεργός – για τους δικούς του σκοπούς – είναι το κράτος και ο συγκεκριμένος εκφραστής του, η κυβέρνηση και το ΥΠΕΝ. Υπουργοί, υφυπουργοί, βουλευτές, στελέχη, δημοσιογραφικά φερέφωνα και άλλα μέλη του επιχειρηματικού και πολιτικού κατεστημένου που σιγοντάρουν, προωθούν και στηρίζουν τον εκβιασμό της Energean.  Το γεγονός αυτό δεν σχετίζεται μόνο με τις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις κράτους-εταιρειών, αλλά με τον στρατηγικό στόχο της εξόρυξης υδρογονανθράκων στα πλαίσια πολεμοκάπηλων ανταγωνισμών στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο – στόχο στον οποίο η Energean αποτελεί ένα σημαντικό κρίκο με το ρόλο που επιτελούν οι παραχωρήσεις της εταιρείας στο Ισραήλ. Χωρίς κανένα χειροπιαστό όφελος για όλους εμάς, μέχρι σήμερα έχουν παραχωρηθεί τεράστιες εκτάσεις σε πετρελαϊκές εταιρείες. Σήμερα που οι εξελίξεις έχουν παγώσει προσωρινά τα σχέδια των ερευνών, το μόνο που απέμεινε από την «μεγάλη ιδέα» είναι δαπάνες αντί για έσοδα, ομηρεία των περιοχών που παραμένουν στα χαρτοφυλάκια των εταιρειών για να κερδίζουν στα χρηματιστήρια, αύξηση των πολεμικών εξοπλισμών και ασκήσεων,  κορύφωση των αντιπαραθέσεων με την Τουρκία.

Πόλεμος, ομηρεία τοπικών κοινωνιών,  περιβαλλοντική καταστροφή, οικονομικό και κοινωνικό πλιάτσικο είναι όσα μας υπόσχεται το πλάνο των κρατικών επιδοτήσεων των εξορύξεων υδρογονανθράκων. Το success story του Πρίνου που μας σερβίρουν εδώ και καιρό, αποδεικνύεται απατηλό.  Τα δεκάδες εκατομμύρια των επιδοτήσεων που απαιτεί η Energean  καλούνται να τα πληρώσουν οι πολίτες που έχουν γονατίσει από την  κρίση και την πανδημία.

Φτάνει πια! Ως εδώ με τις αρπαχτές, τους ωμούς εκβιασμούς και τις απειλές, ως εδώ με τα καταστροφικά σχέδια, ως εδώ με την πολεμοκαπηλεία για να κερδίζουν οι λίγοι και να πληρώνουν οι πολλοί.  Ο εκβιασμός δεν πρέπει να περάσει, η Energean δεν πρέπει να επιδοτηθεί από τα χρήματα μας, η τοπική κοινωνία της Καβάλας μπορεί να οραματιστεί και να σχεδιάσει ένα μέλλον χωρίς εξορύξεις, ρύπανση και απειλές και όλοι εμείς πρέπει να σταματήσουμε την μετατροπή της χώρας σε πεδίο ληστρικής και καταστροφικής δράσης των πετρελαϊκών εταιρειών και των κρατικών σχεδιασμών.

Καμία χρηματοδότηση για την Energean!
Όχι στους εκβιασμούς των πετρελαϊκών!
Στήριξη των πραγματικών αναγκών των τοπικών κοινωνιών ενάντια στον εταιρικό παρασιτισμό!

                        Πρωτοβουλία Αθήνας ενάντια στις εξορύξεις υδρογονανθράκων

                                                    mail:  ath.stop.mining@gmail.com